Το κτήμα «Κάκκαβος» βρίσκεται στην περιοχή «Μεσόκαμπος» Μεσολογγίου, σε απόσταση πέντε χιλιομέτρων περίπου από την πόλη.

Για ονομασία έχει την μεσαιωνική λέξη της γλώσσας μας «κάκκαβος», έτερο τύπο του κακκάβη – κακκάβου, όπως αποκαλούσαν οι βυζαντινοί μας πρόγονοι την πέρδικα, το όμορφο πουλί που αφθονούσε στο χώρο μέχρις τις αρχές του περασμένου αιώνα.

Έχει έκταση 400 στρεμμάτων περίπου και απλώνεται στις πλαγιές και ανάμεσα στους κατωτέρους λόφους των τελευταίων προβούνων του κεντρικού τμήματος του όρους Αράκυνθος ή Ζυγός, θέση με θαυμάσια προς Νότον θέα. Η ματιά του επισκέπτη απλώνεται από τον καταπράσινο κάμπο και την πόλη του Μεσολογγίου με την όμορφη Λιμνοθάλασσά του έως πέρα, στον Πατραϊκό και την Πελοπόννησο, για να καταλήξει στα νησιά του Ιονίου με την Κεφαλονιά και την Ζάκυνθο στο βάθος του ορίζοντα. Τον ορίζοντά του κλείνουν Δυτικά και Νοτιοδυτικά αντιστοίχως ο λόφος της Νεωτέρας Πλευρώνος με τα καταπληκτικά ερείπια ελληνιστικών χρόνων (ανεδείχθησαν προσφάτως) και του Γυφτόκαστρου, της ομηρικής Πλευρώνος που δεν ανεσκάφη ακόμη.

Δυτικό του σύνορο το ποταμάκι Κάκκαβος κατεβαίνει στον Μεσόκαμπο από την περιοχή των Ελληνικών (Ρέτσινα), με έναν καταρράχτη, και εκβάλλει στην Λιμνοθάλασσα. Ανατολικό του σύνορο ο λόφος του Αη-Λιά, με το ερειπωμένο σήμερα εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία και το Πηγαδάκι και τον χείμαρρο Κατρουλή. Βόρειο σύνορο το φρύδι ανώνυμων λόφων, προέκταση του τοπονυμίου Μεγάλη Χώρα και το Βρυτσούλι. Νότιο όριο ο αγροτικός δρόμος του ΤΟΕΒ και ποτιστική διώρυγα.

Το κτήμα έχει και δικά του νερά τον «άμπλα», πηγή πόσιμου νερού που αναβλύζει στην ρεματιά του ρυακιού Καλαμάκη, όπως και ένα πηγάδι, από την ίδια υπόγεια φλέβα που το νερό του έφθανε έως τα χείλη του τον χειμώνα. Σήμερα μόνον η πηγή κρατά ακόμη νερό όλον τον χρόνο.

Μέσα στο κτήμα ξεχωρίζουν δύο λόφοι, ο ένας ανώνυμος, επί του οποίου ο Αναστάσιος Κ. Αλεξανδρόπουλος (πρεσβύτερος) έκτισε, περί το 1870, την σωζόμενη αγροικία, ο δεύτερος, νοτίως του πρώτου, ονομάσθηκε Κασιδιάρης, από το επίθετο παλαιού ιδιοκτήτη, οι υπηρεσίες, όμως, του Στρατού, όταν ενοικίασαν τον χώρο ως βοηθητικό πεδίου βολής, τον απεκάλεσαν χελώνα, από το σχήμα του.

Ανέκαθεν λιβάδι μέχρι τα μέσα του περασμένου αιώνα, ο Κάκκαβος επαρκούσε για την εκτροφή, κατά τα 3/4 του χρόνου, 350 προβάτων (των τελευταίων κτηνοτρόφων Γεωργίου Σαρρή, Σπύρου Σαρρή, Όλγας χήρας Ιω. Σαρρή) και 100 γιδιών του κτηνοτρόφου Ν. Ντρούκα), όλοι Αμπλιανίτες, διέμεναν με τις οικογένειές σε χορτόπλεκτες καλύβες, εκτός από το διάστημα του καλοκαιριού, οπότε ανέβαιναν στα καλοκαιρινά λειβάδια της Οξυάς και της Σαράνταινας.

Ο Κάκκαβος κατοικήθηκε πάντοτε από Έλληνες Αμπλιανίτες, μοναδικό πληθυσμιακό στοιχείο της περιοχής απασχολούμενο με την κτηνοτροφία, ακόμη και στους χρόνους της Τουρκοκρατίας, όπως μαρτυρεί η μέχρι σήμερα διατήρηση της παλαιάς ελληνικώτατης ονομασίας του. Κατά την περίοδο της σκλαβιάς, θα αποτελούσε τμήμα εθνικής γης γι’ αυτό και απετέλεσε, μετεπαναστατικά αντικείμενο διανομής εθνικής (πρώην τουρκικής) γης σε αγωνιστές του ’21 (παραχώρηση το 1874 του Ελληνικού Κράτους στον αγωνιστή Αναστάσιο Αλεξανδρόπουλο).

Το εκκλησάκι του Αη-Λιά λειτουργούσε, μέχρι τα μέσα του περασμένου αιώνα, την ημέρα της εορτής του Αγίου με αθρόα προσέλευση των κατοίκων της περιοχής, όλοι τους ανήκαν στους τελευταίους ημινομάδες Αιτωλούς ποιμένες και στους αγρότες του κάμπου. Όμως, παλαιότερα γινόταν και φημισμένο πανηγύρι που το αναφέρει, όπως το έζησε στα νεανικά του χρόνια, ο Μεσολογγίτης Εθνικός μας Ποιητής Κωστής Παλαμάς στο διήγημά του «Ο θάνατος του παλληκαριού» όταν ο κόσμος συνέρρεε για να θαυμάσει το χορό του λεβέντη του Μεσολογγιού από την πόλη και όλη την περιοχή. Πολλοί εντόπιοι αποκαλούν και σήμερα τον Κάκκαβο «στ’ Αλεξαντράκ(η)», ονομασία που προήλθε από του πρώτου γνωστού προγόνου των σημερινών ιδιοκτητών. Η ιστορία είναι ενδιαφέρουσα: Όταν στα 1821, οι απανταχού Έλληνες πήραν τα όπλα κατά της τουρκικής τυραννίας, η επανάστασή τους κατεστάλη, εκτός από την Στερεά Ελλάδα, την Πελοπόννησο και μερικά νησιά του Αιγαίου, όπου ο αγώνας συνεχίστηκε μέχρι τέλους. Όμως, κατά την διάρκειά του, κατέβηκαν και έλαβαν μέρος στον αγώνα απειράριθμοι αγωνισταί από περιοχές που υποδηλώθηκαν εκ νέου (π.χ. Σουλιώτες). Ένας από αυτούς ήταν και ο Ηπειρώτης Αγωνιστής Αλέξανδρος – Αλεξαντρής – Σκουφάς - Σκουφής από την Άρτα. Φέρνοντας εδώ την μικρή του οικογένεια, την σύζυγο Αικατερίνη και δύο ανήλικα αγόρια, τον Κωνσταντίνο και τον μικρότερο Σπύρο, κατέβηκε στο Μεσολόγγι, όπου εντάχθηκε στις δυνάμεις των Αγωνιστών. Φαίνεται πως είναι ο πρώτος που κατοίκησε στον Κάκκαβο. Τούτο προκύπτει από το ότι, ελθόν στο Μεσολόγγι οικογενειακώς για να υπηρετήσει τον Αγώνα, κατεγράφη ως Αμπλιανίτης όπως καταγράφεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (από δήμο Αμπλιανίτη), ασφαλώς λόγω της μη μεσολογγίτικης καταγωγής του. Ως γνωστόν, οι κάτοικοι οι κατοικούντες στην πόλη Μεσολογγίτες Αγωνισταί συγκροτούσαν ιδιαίτερο σώμα, με αρχηγό τον Θανάση Ραζηκότσικα, ενώ οι πολίτες οι εγκατεστημένοι στην εξοχή Αμπλιανίτες απετέλεσαν ιδιαίτερο πολεμικό σώμα, των Μεσολογγιτών Αμπλιανιτών το οποίο, στον κατάλογο όλων των Μεσολογγιτών Αγωνιστών, ανηρτημένων στο Δημαρχείο της πόλεως, περιλαμβάνεται χωριστά μέσα σε ιδιαίτερο πλαίσιο. Ως ξένος μη έχων την παραμικρή περιουσία στο Μεσολόγγι, θα εγκατέστησε κι αυτός την οικογένειά του στις περιελθούσες στους Έλληνες τουρκικές γαίες, όπως ήταν και ο Μεσόκαμπος με τον Κάκκαβό του.

Ιστορικές Αναφορές


 

Ο Αλεξαντρής σκοτώθηκε το 1823 στην πολιορκία του Αιτλωικού από την τουρκική βόμβα που πέφτοντας, άνοιξε το πηγάδι σωτηρίας των πολιορκημένων του. Στο Μεσολόγγι, η χαροκαμμένη οικογένεια έζησε όλο το δράμα και όλο το μεγαλείο του αγώνος της πόλεως. Κατά την μεγάλη πολιορκία (1825-1826), στα παιδιά – πολεμιστές του Μεσολογγίου, που τόσο υμνήθηκαν, εντάχθηκε και ο Κωνσταντής (Σκούφας στις πηγές). Με την είσοδό του στην εφηβεία, έλαβε μέρος στον Αγώνα ως «γελεκτζής». Την ομάδα των «γελεκτζήδων» αποτελούσαν οι ηλικίας 15 και 16 ετών νέοι, που δεν έφεραν την βαρειά αρματωσιά των Αγωνιστών ούτε και βαρειά ενδυμασία με επενδύτη (π.χ. κάπα) αλλά μόνον το «γιλέκι» πάνω από το πουκάμισο, για να είναι ευκίνητοι. Η αποστολή τους δύσκολη: με την νεανική τους γρηγοράδα και ευκινησία, τολμηροί και ατρόμητοι, διασχίζοντας κρυφά το εχθρικό στρατόπεδο Τούρκων και Αιγυπτίων, κατάφερναν να μεταφέρουν μηνύματα και αλληλογραφία προς το έξω του Μεσολογγίου στρατόπεδο του Καραϊσκάκη και λοιπών καπεταναίων.

Στην «Έξοδο», την νύχτα του Μεγάλου Χαλασμού, μαχητής πλέον ο Κωνσταντής διεσώθη. Χάνονται για πάντα τα ίχνη της Αικατερίνης και, για κάποιο διάστημα και του Σπύρου που επανευρίσκεται άγνωστο πότε και πως.

Ο Κωνσταντής αγωνίστηκε μέχρι το τέλος της Επαναστάσεως ως μάχιμος πλέον αγνωστικής και η Πατρίδα τον τίμησε με αριστείον ανδρείας (εικ. 1) με το νέον επίθετό του Αλεξανδρόπουλος, που το διετήρησαν όλοι οι απόγονοί του. Αδυνατεί να επιστρέψει στην γενέτειρά του, η Ήπειρος παραμένει ακόμη υπόδουλη στους Τούρκους. Καταφεύγει στην Άμπλιανή, όπου νυμφεύεται την Γιαννούλα Μπαρτσόκα, της προγονικής οικογενείας του νυν Καθηγητού Παιδιατρικής Πανεπιστημίου Αθηνών και μεγάλου φιλανθρώπου (Προέδρου «Μητέρα» κ.ά.) Χρήστου Σπύρου Μπαρτσόκα.

Τα 3 από τα 4 αγόρια του ήδη μεγαλοκτηματία και τσέλιγκα Κωνσταντίνου, σπουδάζουν νομικά (Ιωάννης, Γεώργιος, Δημήτριος) και δικηγορούν στο Μεσολόγγι, ο εξ αυτών Γεώργιος με λαμπρή σταδιοδρομία στη Δικαιοσύνη (πρώτος Εισαγγελεύς Πρωτοδικών, άνευ διαγωνισμού, στην μόλις απελευθερωθείσα Θεσσαλονίκη) είχε ήδη εισέλθει στην πολιτική με το κόμμα (1890) του φίλου του Χ. Τρικούπη. Εκλεγόμενος βουλευτής Ευρυτανίας, διετέλεσε Υπουργός, Γερουσιαστής και Αριστήνδην Γερουσιαστής Αιτωλ/νίας (1929). Ο άλλος γιος τους Αναστάσιος, εξ ίσου φιλομαθής, διακόπτει τις γυμνασιακές σπουδές του (απολυτήριό του) και αναλαμβάνει την διαχείριση της περιουσίας. Κτίζει στον λόφο του Κακκάβου (περί το 1880) την μέχρι σήμερα σωζώμενη αγροικία, όπου εγκαθίστανται με την οικογένειά του, και δεν εγκαταλείπει, στις ώρες της σχολής του, την αγάπη του για τα γράμματα. Όταν η νύφη του Όλγα Κ. Αλεξανδροπούλου επεσκέφθη για πρώτη φορά την κλειστή πλέον αγροικία (όλα τα παιδιά του είχαν ήδη εγκατασταθεί στην πόλη), σε ντουλάπι δίπλα στο τζάκι, όπου το «μπασάκι» του πεθερού της, βρήκε σημαντικά από τα βιβλία του, όπου πλεόναζαν αρχαίοι συγγραφείς και τα έπη του Ομήρου, όλα … μόνον στο πρωτότυπο!! που τα διάβαζε.

Ο Αναστάσιος πέθανε χωρίς να προλάβει να δει επιστήμονες τα αγόρια του, εκτός από τον μόλις γιατρό πρωτότοκο Κωνσταντίνο, ο οποίος επωμίσθη όλες τις βαρειές ευθύνες: διαχείριση περιουσίας, φροντίδα μητέρας και υπόλοιπης οικογένειας, να παντρέψει αδελφές και να σπουδάσει τους 4 αδελφούς του, Αλέξανδρο, Ιωάννη, Συμεών και Γεώργιο, ο οποίος όμως, φοιτητής Νομικής, σκοτώθηκε σε ατύχημα. Κτίζει στην Άμπλιανη (1911) και το σωζόμενο σπίτι. Έχοντας εκπληρώσει επιτυχώς όλες τις υποχρεώσεις του, τότε μόνον ο Κωνσταντίνος εστράφη και στην ρύθμιση της προσωπικής του ζωής: μετέβη στο Παρίσι για ειδίκευση στην Γυναικολογία και νυμφεύθηκε την Αγρινιώτισσα Όλγα, κόρη του μακροβιότερου βουλευτού Τριχωνίδος ιατρού Δημητρίου Κατσάνου.

Ο πρωτότοκος γιος τους ιατρός Αναστάσιος, με την Γιαννιώτισσα σύζυγό του Ελισάβετ είναι και οι μετατρέψαντες τον Κάκκαβο σε ελαιώνα με την σημερινή του μορφή ενώ την διαχείριση έχει σήμερα ο σύζυγος της πρωτότοκης κόρης Όλγας, οδοντίατρος Τάκης Παπαχρήστος, ο οποίος αφιερώνει πολλές ώρες της σχόλης του στο κτήμα του Κακκάβου.